Άρθρα

Ο ορισμός της νοημοσύνης, τι είναι ο δείκτης ευφυϊας, ποιες είναι οι κλίμακες της νοημοσύνης. Επισημάνσεις για το δείκτη και τις κλίμακες νοημοσύνης. Θετικά και αρνητικά σημεία των τεστ νοημοσύνης.

Εκπαιδευτική Ψυχολογία / Επίκ. Καθηγήτρια Γεωργία Παπαντωνίου

Νοημοσύνη

  • Τα άτομα διαφέρουν μεταξύ τους σε σχέση με την ικανότητά τους:
    • να κατανοούν πολύπλοκα θέματα
    • να προσαρμόζονται επαρκώς στο περιβάλλον τους
    • να ωριμάζουν από τις εμπειρίες τους
    • να χρησιμοποιούν τη λογική τους
    • να ξεπερνούν τις δυσκολίες τους.

Οι περισσότερες θεωρίες νοημοσύνης είναι απόπειρες αποσαφήνισης των παραπάνω ατομικών διαφορών.  

Ορισμοί της Νοημοσύνης

  • Ως μια γενική έφεση για μάθηση ή μια ικανότητα απόκτησης και χρήσης γνώσεων ή δεξιοτήτων
  • Ως κατευθυνόμενη προς στόχο προσαρμοστική συμπεριφορά (Sternberg & Salter, 1982)
  • Ως ικανότητα χειρισμού αφηρημένων εννοιών, επίλυσης προβλημάτων και μάθησης (Snyderman & Rothman, 1987)

Η λέξη «νοημοσύνη» πρωτοεμφανίζεται στην αγγλική γλώσσα το 12ο περίπου αιώνα. Ο καθένας έχει τη δική του έμμεση (άδηλη) θεωρία για τη νοημοσύνη, την οποία και χρησιμοποιεί σε ποικίλες κοινωνικές περιστάσεις. Οι θεωρίες αυτές αναγνωρίζουν ότι η νοημοσύνη ορίζεται διαφορετικά σε διαφορετικά περιβαλλοντικά πλαίσια: πχ. ένας έξυπνος χειρουργός θα εμφανίζει διαφορετικού τύπου νοημοσύνη από έναν έξυπνο αθλητή. Οι έμμεσες (άδηλες) θεωρίες νοημοσύνης μπορεί να διαφέρουν από κουλτούρα σε κουλτούρα. πχ. Οι Κινέζοι της Ταϊβάν περιλαμβάνουν, στους έμμεσους ορισμούς τους για τη νοημοσύνη, ικανότητες διαπροσωπικής και ενδοπροσωπικής επικοινωνίας, ενώ οι αγροτικοί πληθυσμοί της Κένυας περιλαμβάνουν τόσο γνωστικές όσο και ηθικές δεξιότητες. Ο τρόπος αξιολόγησης της νοημοσύνης μπορεί να αλλάζει με το πέρασμα του χρόνου, εντός του ίδιου πολιτισμικού περιβάλλοντος. Πχ. Στις Η.Π.Α. πιστεύεται σήμερα από πολλούς ότι σημαντική πλευρά της νοημοσύνης αποτελούν, εκτός από τις γνωστικές, και οι συναισθηματικές ικανότητες τους ατόμου. 

Ορισμός Νοημοσύνης και κλίμακες μέτρησής Binet Wechsler

Η έννοια της συναισθηματικής νοημοσύνης χρησιμοποιείται τα τελευταία χρόνια ευρύτατα από την εκλαϊκευμένη ψυχολογία. Υπάρχουν ορισμένα ερευνητικά δεδομένα που δείχνουν την ύπαρξη κάποιου είδους συναισθηματικής νοημοσύνης, ωστόσο είναι μάλλον συγκεχυμένα. 

Η συναισθηματική νοημοσύνη ορίστηκε ως: «η ικανότητα αντίληψης και έκφρασης συναισθήματος, η ικανότητα αφομοίωσης του συναισθήματος από τη σκέψη, η ικανότητα να χρησιμοποιούμε το συναίσθημα για την κατανόηση του κόσμου και η ικανότητα ρύθμισης του συναισθήματος του εαυτού και των άλλων» (Mayer, Salovey, & Caruso, 2000, σ. 396).

Η κοινωνική νοημοσύνη ορίζεται ως η ικανότητα του ατόμου να καταλαβαίνει και να αλληλεπιδρά με τους συνανθρώπους του εντός του κοινωνικού του περιβάλλοντος (Kihlstrom & Cantor, 2000). 

Διάφορες έρευνες έχουν δείξει, επίσης, ότι οι μεταβλητές που σχετίζονται με τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του κάθε ατόμου συνδέονται με τη νοημοσύνη (Ackerman, 1996). Τέλος, υπάρχουν και οι άμεσοι ορισμοί της νοημοσύνης, οι οποίοι επικεντρώνονται συχνά στο πώς αξιολογείται η νοημοσύνη. Ορισμένοι, δηλαδή, ψυχολόγοι ορίζουν ως νοημοσύνη το ο,τιδήποτε μετράται από τις διάφορες δοκιμασίες νοημοσύνης. Αν και η πλειοψηφία των γνωστικών ψυχολόγων δεν υιοθετεί πλέον αυτόν τον τρόπο ορισμού, είναι γεγονός, ωστόσο, ότι η προσπάθεια κατανόησης της έννοιας της νοημοσύνης, μέσω της μέτρησης των διαφόρων εκφάνσεών της, έχει μακρά ιστορία.

Alfred Binet (1857-1911)

Alfred Binet IQ testΛόγω του ότι είχε ζητηθεί από τον Binet να επινοήσει μια δοκιμασία για τη διάκριση μεταξύ φυσιολογικών και νοητικά καθυστερημένων μαθητών, ο Binet και ο συνεργάτης του, Theodore Simon, προσπάθησαν να κατασκευάσουν ένα τεστ, το οποίο θα μετρούσε τη νοημοσύνη που αφορά στην ικανότητα του ατόμου να μαθαίνει μέσα στο σχολικό (ακαδημαϊκό) περιβάλλον. Σύμφωνα με τον Binet (Binet & Simon, 1916), η νοήμων σκέψη του ατόμου είναι η νοητική ικανότητα πραγματοποίησης κρίσεων και συνίσταται στα εξής τρία διακριτά στοιχεία:

  1. την ικανότητα καθοδήγησης της σκέψης (ικανότητα αναγνώρισης του τι είναι αυτό που πρέπει να κάνει και πώς θα το κάνει)
  2. την ικανότητα προσαρμογής (ικανότητα επινόησης στρατηγικών για την εκτέλεση έργων και ικανότητα ελέγχου του βαθμού αποτελεσματικότητάς τους), και
  3. την κριτική ικανότητα (ικανότητα άσκησης κριτικής επάνω στις ίδιες του τις σκέψεις και ενέργειες).

    Οι παραπάνω απόψεις του Binet φαίνονται να συμβαδίζουν με τη σύγχρονη άποψη για τη φύση της νοημοσύνης (ως ικανότητα προσαρμογής, μεταγνωστικές ικανότητες).

Δημιούργησε την πρώτη κλίμακα μέτρησης της νοημοσύνης (Binet & Simon, 1905) η οποία περιελάμβανε τις εξής θεματικές περιοχές:

  1. Γλωσσική κατανόηση - Γλωσσική σκέψη
  2. Κατανόηση αριθμητικών εννοιών - Μαθηματική σκέψη
  3. Κατανόηση σχημάτων – Αφηρημένη σκέψη
  4. Ικανότητα βραχύχρονης μνήμης

Οι Binet και Simon ενδιαφέρονταν να επινοήσουν κάποιο μέσο σύγκρισης της νοημοσύνης ενός συγκεκριμένου παιδιού, μιας συγκεκριμένης ηλικίας, με τη νοημοσύνη άλλων παιδιών της ίδιας χρονολογικής ηλικίας. Για το σκοπό αυτό προσπάθησαν να βρουν έναν τρόπο να προσδιορίσουν τη νοητική ηλικία του παιδιού, δηλαδή το μέσο επίπεδο της νοημοσύνης του παιδιού μιας συγκεκριμένης χρονολογικής ηλικίας. Πχ. Όταν ένα παιδί έχει νοητική ηλικία 7 ετών, αυτό σημαίνει ότι το επίπεδο των νοητικών ικανοτήτων αυτού του παιδιού αντιστοιχεί σε αυτό του μέσου 7χρονου παιδιού. 

Νοητικό Πηλίκο – Αναλογικός Δείκτης Νοημοσύνης

Ο υπολογισμός της νοητικής ηλικίας μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να συγκριθεί ένα συγκεκριμένο 7χρονο παιδί με άλλα 7χρονα παιδιά, ωστόσο δεν είναι ιδιαιτέρως χρήσιμος αν θέλουμε να συγκρίνουμε τη σχετική νοημοσύνη παιδιών διαφορετικής χρονολογικής ηλικίας. Η λύση στο πρόβλημα αυτό δόθηκε από το William Stern (1912), ο οποίος πρότεινε ότι για την αξιολόγηση της ανθρώπινης νοημοσύνης θα πρέπει να υπολογίζουμε το Νοητικό Πηλίκο (ΝΠ) (Intelligence Quotient ή IQ), που είναι το πηλίκο της νοητικής ηλικίας (ΝΗ) δια της χρονολογικής ηλικίας (ΧΗ) επί 100. Η βαθμολογία ενός ατόμου σε μιa δοκιμασία νοημοσύνης που εκφράζεται με το νοητικό πηλίκο, δηλαδή το πηλίκο της νοητικής ηλικίας δια της χρονολογικής επί 100, ονομάζεται Αναλογικός Δείκτης Νοημοσύνης του ατόμου (ratio IQ).

Αναλογικός Δείκτης Νοημοσύνης ΔΝ (ή Νοητικό πηλίκο ΝΠ) (ratio IQ) είναι: η βαθμολογία σε μία δοκιμασία μέτρησης της νοημοσύνης, η οποία για τα άτομα μέσης νοημοσύνης θα πρέπει να είναι κοντά στο 100.

ΝΠ = Νοητική ηλικία / Χρονολογική ηλικία * 100

Αν η νοητική ηλικία ενός παιδιού είναι μεγαλύτερη από τη χρονολογική του ηλικία, το νοητικό πηλίκο θα είναι μεγαλύτερο από 100, ενώ αν η νοητική του ηλικία είναι μικρότερη από τη χρονολογική του ηλικία, το νοητικό του πηλίκο θα είναι μικρότερο του 100.

Κατανομή των νοητικών πηλίκων IQ στον γενικό πληθυσμό

Δείκτης Νοημοσύνης

Η μέτρηση του αναλογικού δείκτη νοημοσύνης αποδείχθηκε ανεπαρκής, διότι, πχ. η αύξηση της νοητική ηλικίας επιβραδύνεται μετά από το 16ο έτος της ηλικίας. Δεν μπορούμε, επομένως, να πούμε με βεβαιότητα ότι ένα 40χρονο άτομο με νοητική ηλικία 60 ετών είναι ευφυές.

Σήμερα οι ψυχολόγοι υπολογίζουν το δείκτη νοημοσύνης χρησιμοποιώντας συγκριτικές μετρήσεις με βάση υποθετικές κατανομές βαθμολογιών του γενικού πληθυσμού σε δοκιμασίες νοημοσύνης. Οπότε η βαθμολογία ενός ατόμου με βάση την απόκλισή της από τη μέση βαθμολογία μιας κανονικής κατανομής των βαθμολογιών του γενικού πληθυσμού, σε μια δοκιμασία νοημοσύνης, ονομάζεται δείκτης νοημοσύνης οριζόμενος από τις τιμές απόκλισης (deviation IQ).

Ωστόσο, πολλοί γνωστικοί ψυχολόγοι θεωρούν ότι οι διάφοροι δείκτες νοημοσύνης δεν παρέχουν παρά μια ατελή, ανεπαρκή μέτρηση της ανθρώπινης νοημοσύνης.

Κλίμακες Νοημοσύνης

Η δοκιμασία που κατασκεύασαν οι Binet και Simon, στις αρχές του 20ου αιώνα στη Γαλλία, σταθμίστηκε από τον Lewis Terman, καθηγητή του Πανεπιστημίου Stanford των Η.Π.Α., και αποτέλεσε την πρώτη έκδοση της Κλίμακας Νοημοσύνης Stanford-Binet. Η κλίμακα αυτή ήταν για χρόνια η πιο ευρέως χρησιμοποιούμενη κλίμακα νοημοσύνης.

Υπάρχει, ωστόσο, και μία άλλη κλίμακα νοημοσύνης, η Κλίμακα Wechsler (δημιουργός της ο David Wechsler), η χρήση της οποίας είναι ακόμη πιο διαδεδομένη από αυτήν της κλίμακας Stanford-Binet.

Κλίμακες Νοημοσύνης του Wechsler

Κλίμακα νοημοσύνης Wechsler μέτρηση νοημοσύνης παιδιών εφήβωνH κλίμακα Wechsler περιλαμβάνει τρεις διαφορετικού επιπέδου κλίμακες νοημοσύνης:

  • 1) την κλίμακα νοημοσύνης WAIS-III (Wechsler Adult Intelligence Scale) κατάλληλη για τη μέτρηση της νοημοσύνης των ενηλίκων,
  • 2) την κλίμακα νοημοσύνης WISC-III (Wechsler Intelligence Scale for Children) κατάλληλη για τη μέτρηση της νοημοσύνης παιδιών και εφήβων (6-15 ετών), και
  • 3) την κλίμακα νοημοσύνης WPPSI (Wechsler Preschool and Primary Scale of Intelligence) κατάλληλη για τη μέτρηση της νοημοσύνης παιδιών προσχολικής ηλικίας.

Οι κλίμακες νοημοσύνης Wechsler αποτελούνται από λεκτικές και πρακτικές κλίμακες, οπότε προκύπτει ένας λεκτικός δείκτης νοημοσύνης, ένας πρακτικός δείκτης νοημοσύνης και ένας συνολικός δείκτης νοημοσύνης (συνδυασμός του λεκτικού και του πρακτικού δείκτη νοημοσύνης). Η χορήγησή τους είναι εξατομικευμένη και, ουσιαστικά, παρέχουν το «νοητικό προφίλ» του εξεταζόμενου.

Επισημάνσεις για τον Δείκτη Νοημοσύνης και τις Κλίμακες Νοημοσύνης

  • Ο Δ .Ν. είναι μια έκφραση του νοητικού επιπέδου ενός ατόμου, σε μια συγκεκριμένη στιγμή, και σε σύγκριση με την τυπική ομάδα των συνομηλίκων του.
  • Το αποτέλεσμα ενός οποιουδήποτε τεστ οφείλει να βοηθήσει στη βελτίωση ή τη θεραπεία του εξεταζόμενου.
  • Η νοημοσύνη δεν αντανακλά μια μόνη συγκεντρωτική ικανότητα, αλλά ένα σύνολο πολλών λειτουργιών.
  • Τα τεστ νοημοσύνης, σύμφωνα με την πλειοψηφία των σχολιαστών τους, είναι μετρήσεις σχολικής ικανότητας και ακαδημαϊκών γνώσεων.
  • Όσον αφορά την ερμηνεία των τιμών των τεστ νοημοσύνης, ο εξεταστής θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του και την προσωπικότητα του εξεταζόμενου.

Θετικά σημεία των τεστ νοημοσύνης

  • Διαθέτουν δυνατότητα πρόβλεψης μελλοντικών συμπεριφορών (κυρίως ακαδημαϊκών επιτευγμάτων).
  • Μας πληροφορούν για τα γνωστικά δυνατά και αδύνατα σημεία του εξεταζόμενου.
  • Δίνουν τη δυνατότητα προσδιορισμού του βαθμού αλλαγής μέσα σ’ ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, ως αποτέλεσμα θεραπευτικών, εκπαιδευτικών, ή ερευνητικών παρεμβάσεων.

Αρνητικά σημεία των τεστ νοημοσύνης

  • Τα περισσότερα τεστ νοημοσύνης υπογραμμίζουν τη συγκλίνουσα, αναλυτική και επιστημονική σκέψη. Άρα τα άτομα με αποκλίνουσα σκέψη, φαντασία ή καλλιτεχνικές ικανότητες μειονεκτούν.
  • Ο δείκτης νοημοσύνης συχνά παρερμηνεύεται ως δείκτης μιας έμφυτης και αμετάβλητης ικανότητας.
  • Σε γενικές γραμμές επικεντρώνονται στο τελικό αποτέλεσμα, παρά στη γνωστική διαδικασία που οδηγεί στο αποτέλεσμα αυτό.
  • Η χρησιμότητα κα η αμεροληψία τους, στην αξιολόγηση φυλετικών και πολιτισμικών μειονοτήτων, έχει αμφισβητηθεί.

Προέλευση της νοημοσύνης

Το ζήτημα αυτό έχει αποτελέσει αντικείμενο αντιπαράθεσης για δεκαετίες. Υπάρχουν ενδείξεις ότι ο ΔΝ δεν αποτελεί ένα σταθερό αμετάβλητο γνώρισμα των ατόμων, αλλά μπορεί να μεταβληθεί καθώς τα άτομα ανταποκρίνονται σε αλλαγές στο περιβάλλον τους ή και μέσα από προγράμματα που έχουν σχεδιαστεί ειδικά για αυτόν το σκοπό.

Ορισμός του γνωστικού ύφους

Η έννοια του γνωστικού ύφους αναφέρεται στο σταθερό και συνεπή τρόπο, ο οποίος προσιδιάζει στην έννοια του χαρακτηριστικού προσωπικότητας, και τον οποίο προτιμά το άτομο όταν πρόκειται να προσέξει, να αντιληφθεί και να σκεφθεί (Schmeck, 1988), ή ακόμη και όταν πρόκειται να θυμηθεί, να πάρει αποφάσεις και να λύσει προβλήματα (Messick, 1994).

Διαστάσεις του γνωστικού ύφους

Εξάρτηση-Ανεξαρτησία από το πεδίο (Witkin & Goodenough, 1981). Θεωρήθηκε είτε
1) ως αντιληπτική διάσταση, είτε
2) ως μια γενική διάσταση γνωστικής αναδόμησης που θα μπορούσε να εξηγήσει ατομικές διαφορές στη γνωστική επίδοση.

Παρορμητισμός-Αναλογισμός (Kagan, 1966)

Συνθετικό ύφος (συνδυασμός σφαιρικού & αναλυτικού ύφους) (Kirby, 1988)

Προτιμήσεις ως προς τις συνθήκες μάθησης

Οι μαθητές διαφέρουν ως προς τις προτιμήσεις τους για πράγματα, όπως:

  • η ένταση του φωτισμού,
  • η υφή του καθίσματος,
  • το ήσυχο ή θορυβώδες περιβάλλον,
  • η ατομική εργασία ή η συνεργασία με άλλους συνομηλίκους (Dunn & Dunn, 1987).

Προσοχή στις λανθασμένες ή εσκεμμένες διαγνώσεις των νευρολογικών διάχυτων αναπτυξιακών διαταραχών
Τι πρέπει να γνωρίζουν οι γονείς!
 

Οι Διάχυτες Αναπτυξιακές Διαταραχές είναι μια ευρύτερη κατηγορία που περιλαμβάνει πέντε διαταραχές: α) τον αυτισμό, β) τη διαταραχή Rett, γ) την παιδική αποδιοργανωτική διαταραχή, δ) τη διαταραχή Asperger και ε) τη διάχυτη αναπτυξιακή διαταραχή μη προσδιοριζόμενη αλλιώς. Οι διάχυτες αναπτυξιακές διαταραχές (ΔΑΔ) είναι νευρo-αναπτυξιακές διαταραχές που εμφανίζονται στα πρώτα χρόνια ζωής του παιδιού και είναι γενετικής φύσης. Χαρακτηρίζονται από αποκλίσεις και καθυστερήσεις στην ανάπτυξη των κοινωνικών, επικοινωνιακών και γνωστικών δεξιοτήτων, καθώς και από επαναλαμβανόμενες, περιορισμένες και στερεότυπες συμπεριφορές και ενδιαφέροντα. Το κάθε άτομο διαφέρει και ως προς τα συμπτώματα και ως προς τη σοβαρότητα αυτών.

Η διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ) είναι μια πάθηση που επηρεάζει τη συμπεριφορά. Εκδηλώνεται στην παιδική ηλικία και μπορεί να συνεχιστεί και μετά την ενηλικίωση. Μάθετε περισσότερα για τη ΔΕΠΥ, τα συμπτώματα που προκαλεί τόσο σε παιδιά όσο και σε ενήλικες, καθώς και τη διαχείριση και την αντιμετώπισή της.

Τι είναι η ΔΕΠΥ;

Η ΔΕΠΥ είναι μια νευροαναπτυξιακή διαταραχή που μπορεί να προκαλέσει διάσπαση της προσοχής, υπερκινητικότητα και παρορμητικότητα. Οι άνθρωποι που πάσχουν από ΔΕΠΥ μπορεί να φαίνονται ανήσυχοι, να έχουν βραχεία ικανότητα συγκέντρωσης της προσοχής ή δυσκολία στη συγκέντρωση, καθώς και να ενεργούν παρορμητικά ή απερίσκεπτα.

Τα συμπτώματα της ΔΕΠΥ συνήθως παρατηρούνται για πρώτη φορά σε νεαρή ηλικία και οι περισσότερες περιπτώσεις διαγιγνώσκονται όταν τα παιδιά είναι από έξι έως δώδεκα ετών. Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί αρχικά να γίνει λανθασμένα διάγνωση μιας άλλης ψυχικής πάθησης, όπως της διπολικής διαταραχής, ή να μην γίνει σωστή διάγνωση μέχρι να ενηλικιωθεί το εν λόγω παιδί. 

Πολλά παιδιά ενδέχεται να περάσουν από φάσεις κατά τις οποίες είναι ανήσυχα ή αντιμετωπίζουν δυσκολίες συγκέντρωσης της προσοχής, χωρίς να έχουν απαραίτητα ΔΕΠΥ. Αν υποψιάζεστε ότι ένα παιδί πάσχει από ΔΕΠΥ, πρέπει να απευθυνθείτε σε έναν επαγγελματία υγείας, ώστε να συζητήσετε το ενδεχόμενο διάγνωσης.

Αν και τα συμπτώματα συνήθως βελτιώνονται όσο μεγαλώνει ένας άνθρωπος που πάσχει από ΔΕΠΥ, πολλοί ενήλικες συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν προβλήματα, ενώ κάποιοι μπορεί να εμφανίσουν επιπλέον ψυχιατρικές διαταραχές, συνήθως διαταραχές διάθεσης και αγχώδεις διαταραχές, διαταραχές χρήσης ουσιών (εξάρτηση) ή διαταραχές προσωπικότητας. Για παράδειγμα, η ΔΕΠΥ εμφανίζεται μαζί με αγχώδεις διαταραχές στο 25% των περιπτώσεων, ενώ είναι επίσης συχνό φαινόμενο να εμφανίζεται μαζί με κάποια διαταραχή ανάγνωσης.

Ποιοι είναι οι κύριοι τύποι ΔΕΠΥ;

Οι άνθρωποι που πάσχουν από ΔΕΠΥ μπορεί να αντιμετωπίζουν προβλήματα με απροσεξία, υπερκινητικότητα και παρορμητικότητα, αλλά δεν εμφανίζουν απαραίτητα και τα τρία αυτά συμπτώματα μαζί. Υπάρχει μια σχετική κατάσταση, γνωστή ως διαταραχή ελλειμματικής προσοχής (ΔΕΠ), η οποία μπορεί να προκαλέσει προβλήματα απροσεξίας χωρίς την υπερκινητικότητα ή παρορμητικότητα που συνοδεύουν τη ΔΕΠΥ.

Πόσοι άνθρωποι πάσχουν από ΔΕΠΥ;

Τα αναφερόμενα ποσοστά ΔΕΠΥ διαφέρουν ανά τον κόσμο και κυμαίνονται από το 1% των παιδιών σχολικής ηλικίας σε ορισμένες χώρες έως σχεδόν 20% σε άλλες. Παρότι ο λόγος για μια τόσο μεγάλη διακύμανση στα αναφερόμενα ποσοστά δεν είναι ξεκάθαρος, ορισμένοι ειδικοί ισχυρίζονται ότι μπορεί να σχετίζεται με τον διαφορετικό τρόπο που ορίζονται τα περιστατικά.

Σύμφωνα με μια ανάλυση 175 ερευνητικών μελετών σε παγκόσμιο επίπεδο, εκτιμήθηκε ότι ο συνολικός επιπολασμός της ΔΕΠΥ σε παιδιά ηλικίας 18 ετών είναι 7,2%. Βάσει της διεξαγωγής εξετάσεων για ΔΕΠΥ σε 11.422 ενήλικες ηλικίας 18–44 ετών σε 10 χώρες της Αμερικής, της Ευρώπης και της Μέσης Ανατολής, εκτιμήθηκε ότι ο μέσος επιπολασμός είναι 3,4%.

Συμπτώματα

Τα κύρια συμπτώματα της ΔΕΠΥ αφορούν τη διάσπαση της προσοχής, την υπερκινητικότητα και την παρορμητικότητα.

Ποια είναι τα συμπτώματα της ΔΕΠΥ;

Οι άνθρωποι που πάσχουν από ΔΕΠΥ μπορεί να αντιμετωπίζουν διάσπαση της προσοχής, υπερκινητικότητα και παρορμητικότητα, αλλά δεν εμφανίζουν απαραίτητα και τα τρία αυτά συμπτώματα μαζί. Στα συμπτώματα περιλαμβάνονται τα εξής:

  • Διάσπαση της προσοχής:
    • Βραχεία ικανότητας συγκέντρωσης, εύκολη διάσπαση της προσοχής από περισπασμούς.
    • Διαφυγή λεπτομερειών, λάθη από απροσεξία.
    • Προβλήματα μνήμης στις καθημερινές δραστηριότητες και απώλεια αντικειμένων.
    • Δυσκολία στην ολοκλήρωση χρονοβόρων ή μονότονων εργασιών.
    • Τάση έναρξης νέων εργασιών ή έργων πριν την ολοκλήρωση των υφιστάμενων.
    • Δυσκολία στην ακρόαση όσων λένε άλλοι άνθρωποι.
    • Δυσκολία στην τήρηση οδηγιών.
  • Υπερκινητικότητα και παρορμητικότητα:
    • Συνεχής κίνηση ή νευρικότητα. Συνεχής δραστηριότητα.
    • Αδυναμία παιχνιδιού ή ενασχόλησης με χόμπι με ήσυχο τρόπο.
    • Απερισκεψία και μειωμένη ή καθόλου αίσθηση του κινδύνου.
    • Φλυαρία και ομιλία χωρίς να είναι η σειρά του πάσχοντα να μιλήσει.
    • Διακοπές ή παρεμβάσεις στις δραστηριότητες ή συνομιλίες άλλων.

Αυτά τα συμπτώματα μπορεί να οδηγήσουν σε αναπτυξιακά προβλήματα, όπως οι χαμηλές ακαδημαϊκές επιδόσεις, δυσκολίες στην πειθάρχηση και έλλειψη κοινωνικών αλληλεπιδράσεων.

Ποια είναι τα στάδια της ΔΕΠΥ;

Τα συμπτώματα της ΔΕΠΥ εμφανίζονται συνήθως για πρώτη φορά σε νεαρή ηλικία και μπορεί να γίνουν πιο αισθητά όταν τα παιδιά αρχίζουν να πηγαίνουν σχολείο. Όταν τα παιδιά μπαίνουν στην εφηβεία, η υπερκινητικότητα τους μπορεί να μειωθεί. Ωστόσο, πολλά από αυτά αντιμετωπίζουν προβλήματα στις σχέσεις και επιδεικνύουν αντικοινωνικές συμπεριφορές.

Η απροσεξία, η ψυχοκινητική ανησυχία και η παρορμητικότητα συνήθως μειώνονται με την ηλικία, αλλά πολλοί ενήλικες συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν προβλήματα.

Σύμφωνα με μια μελέτη, διαπιστώθηκε ότι σχεδόν οι μισοί άνθρωποι που είχαν ΔΕΠΥ κατά την παιδική ηλικία συνέχισαν να ικανοποιούν πλήρως τα κριτήρια για ΔΕΠΥ ενηλίκων. Τα συμπτώματα της απροσεξίας επιμένουν στους ενήλικες για πολύ περισσότερο χρόνο από την υπερδραστηριότητα ή την παρορμητικότητα. Στους ενήλικες, η υπερκινητικότητα πιο συχνά εσωτερικεύεται και τα συμπτώματα της απροσεξίας μπορεί να συγκαλυφθούν από συμπτώματα άγχους ή στρατηγικές αντιστάθμισης με γνωρίσματα ιδεοληψίας.

Ποιες είναι οι πρώτες ενδείξεις της ΔΕΠΥ;

Συνήθως, η υπερκινητικότητα και η παρορμητικότητα είναι τα κύρια συμπτώματα στα παιδιά. Σε αυτά περιλαμβάνεται η νευρικότητα, η βραχεία ικανότητας συγκέντρωσης της προσοχής και η αδυναμία ενός παιδιού να παίζει ήσυχα.

Αιτίες και παράγοντες κινδύνου

Τα ακριβή αίτια της ΔΕΠΥ είναι άγνωστα. Ωστόσο, βάσει έρευνας έχουν εντοπιστεί διάφοροι παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο ενός παιδιού να εμφανίσει την πάθηση.

Τι προκαλεί τη ΔΕΠΥ;

Θεωρείται ότι υπάρχουν διάφοροι παράγοντες κινδύνου για εμφάνιση της ΔΕΠΥ, όπως:

  • Τα γονίδια μιας οικογένειας.
  • Η κατανάλωση αλκοόλ, το κάπνισμα ή η χρήση ναρκωτικών κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
  • Η έκθεση σε περιβαλλοντικές τοξίνες, όπως τα υψηλά επίπεδα μόλυβδου, κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
  • Ο πρόωρος τοκετός (πριν από την 37η εβδομάδα της εγκυμοσύνης) και το χαμηλό βάρος του νεογέννητου.
  • Η έκθεση σε περιβαλλοντικές τοξίνες σε νεαρή ηλικία.
  • Οι εγκεφαλικές βλάβες.
 

Είναι κληρονομική η ΔΕΠΥ;

Τα γονίδια που κληρονομούνται από τους γονείς αποτελούν σημαντικό παράγοντα για την εκδήλωση της πάθησης σε παιδιά. Ωστόσο, στις περισσότερες περιπτώσεις, η ΔΕΠΥ συνδέεται με διάφορους γενετικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες κινδύνου, οι οποίοι έχουν μικρή δράση μεμονωμένα, αλλά η συγκεντρωτική τους δράση καθιστά τους ανθρώπους πιο ευπαθείς στην πάθηση.

Ποιοι άνθρωποι εμφανίζουν ΔΕΠΥ;

Επειδή η ΔΕΠΥ δεν έχει μία μοναδική αιτία, ο οποιοσδήποτε άνθρωπος μπορεί να εμφανίσει την πάθηση. Εκδηλώνεται στην παιδική ηλικία και μπορεί να εμφανίζεται πιο συχνά στα μέλη ορισμένων οικογενειών.

Πόσο καιρό μπορεί να ζήσει κανείς όταν πάσχει από ΔΕΠΥ;

Η ΔΕΠΥ δεν μειώνει άμεσα το προσδόκιμο ζωής, αλλά καθ’ όλη τη ζωή ενός ατόμου, η ΔΕΠΥ μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο άλλων ψυχιατρικών διαταραχών και να έχει σημαντικό αντίκτυπο στη γενικότερη ποιότητα ζωής του. Ωστόσο, αν και δεν υπάρχει ριζική θεραπεία για τη ΔΕΠΥ, οι διαθέσιμες θεραπευτικές επιλογές παρέχουν συνήθως ανακούφιση από τα συμπτώματά της.

Διάγνωση

Δεν υπάρχει μία μοναδική εξέταση που επαρκεί για τη διάγνωση της ΔΕΠΥ, ενώ τα συμπτώματά της μπορεί να μοιάζουν με εκείνα άλλων συμπεριφορικών προβλημάτων. Αυτό μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα καθυστερήσεις στη διάγνωση.

Πώς γίνεται η διάγνωση της ΔΕΠΥ;

Η διάγνωση της ΔΕΠΥ μπορεί να γίνει μόνο ύστερα από μια ολοκληρωμένη αξιολόγηση από γιατρό που διαθέτει εμπειρία με την πάθηση. Για να γίνει διάγνωση ΔΕΠΥ, τα συμπτώματα πρέπει να συνεχίζονται για μεγάλο χρονικό διάστημα και να επηρεάζουν την καθημερινότητα του ασθενή.

Εξετάσεις για τη διάγνωση της ΔΕΠΥ

Η διάγνωση της ΔΕΠΥ δεν μπορεί γίνει μέσω μιας απλής φυσικής ή ψυχολογικής εξέτασης. Ένας ειδικός πρέπει να πραγματοποιήσει μια διεξοδική αξιολόγηση, ώστε να γίνει η διάγνωση. Στην αξιολόγηση αυτή περιλαμβάνονται:

  • Μια φυσική εξέταση (η οποία μπορεί επίσης να συμβάλει στο να εκτιμηθεί εάν τα συμπτώματα προκαλούνται από κάποια άλλη πάθηση).
  • Συζητήσεις δια ζώσης με το παιδί ή τον ενήλικα που αξιολογείται.
  • Απευθείας συνομιλίες ή αναφορές από άλλους ανθρώπους που αλληλεπιδρούν με το άτομο που αξιολογείται, όπως οι σύντροφοι και οι δάσκαλοι.

Αρχικά, η διάγνωση της ΔΕΠΥ αφορούσε αποκλειστικά παιδιά, αλλά τώρα πια αναγνωρίζεται ότι στην περίπτωση ορισμένων ασθενών, η πάθηση επιμένει ύστερα από την ενηλικίωση. Παρ’ όλα αυτά, η διάγνωση της ΔΕΠΥ σε ενήλικες συνεχίζει να υστερεί. Η διαδικασία της διάγνωσης μπορεί να περιπλεχθεί από συμπτώματα που εμφανίζονται και σε άλλες ψυχιατρικές διαταραχές, οι οποίες μπορεί να εκδηλωθούν παράλληλα με την ΔΕΠΥ. Έχουν αναπτυχθεί εργαλεία ελέγχου που επιτρέπουν στους γιατρούς να προσδιορίσουν σε ποιους ενήλικες πρέπει να γίνεται αξιολόγηση για ΔΕΠΥ, ενώ οι κλινικές συνεντεύξεις και το οικογενειακό ιστορικό επιτρέπουν τη διαφοροποίηση μεταξύ ΔΕΠΥ και άλλων ψυχιατρικών παθήσεων που μπορεί να εμφανιστούν ταυτόχρονα.

Αντιμετώπιση και φαρμακευτική αγωγή

Η αντιμετώπιση και η φαρμακευτική αγωγή για τη ΔΕΠΥ μπορούν να ανακουφίσουν τα συμπτώματα και να διευκολύνουν τη ζωή κάποιου με αυτή την πάθηση.

Πώς αντιμετωπίζεται η ΔΕΠΥ;

Παρόλο που δεν υπάρχει ριζική θεραπεία για τη ΔΕΠΥ, τα παιδιά που προσβάλλει η πάθηση και οι γονείς τους μπορούν να λάβουν εκπαιδευτική και ευρύτερης μορφής υποστήριξη, συμβουλές και καθοδήγηση, παράλληλα με ιατρικές και συμπεριφορικές θεραπείες, ώστε να διαχειριστούν καλύτερα τις επιπτώσεις της πάθησης.

Για τους ενήλικες, η φαρμακευτική αγωγή είναι συχνά η πρώτη γραμμή θεραπείας, με πρόσθετη υποστήριξη βάσει ψυχολογικής θεραπείας.

 

Φαρμακευτική αγωγή

Μπορούν να χρησιμοποιηθούν διάφορα φάρμακα, τα οποία βοηθούν τους ανθρώπους να διαχειριστούν τα συμπτώματα που προκαλεί η ΔΕΠΥ. Οι γιατροί πρέπει συχνά να συνεργαστούν με τον εκάστοτε ασθενή, ώστε να βρεθεί το κατάλληλο φάρμακο ή η δοσολογία που φέρνουν το καλύτερο αποτέλεσμα για εκείνον. Τα περισσότερα φάρμακα για τη ΔΕΠΥ χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: τα διεγερτικά και τα μη διεγερτικά.

  • Διεγερτικά: Αυτά είναι τα πιο συχνά φάρμακα για τη ΔΕΠΥ. Δρουν αυξάνοντας τις χημικές ουσίες ντοπαμίνη και νορεπινεφρίνη στον εγκέφαλο, οι οποίες διαδραματίζουν βασικό ρόλο στη σκέψη και την προσοχή.
  • Μη διεγερτικά: Τα μη διεγερτικά φάρμακα μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν για τη θεραπεία της ΔΕΠΥ. Μπορεί να φανούν χρήσιμα σε ασθενείς για τους οποίους τα διεγερτικά δεν είναι κατάλληλη επιλογή. Αυτά τα φάρμακα μπορούν επίσης να βελτιώσουν τη συγκέντρωση, την προσοχή και την παρορμητικότητα σε ένα άτομο με ΔΕΠΥ. Μπορούν να συνταγογραφηθούν σε συνδυασμό με ένα διεγερτικό, για αυξημένη αποτελεσματικότητα.
Ορισμένα αντικαταθλιπτικά μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν μόνα τους ή σε συνδυασμό με ένα διεγερτικό για τη θεραπεία της ΔΕΠΥ. Τα αντικαταθλιπτικά μπορούν να βοηθήσουν στην αντιμετώπιση όλων των συμπτωμάτων της ΔΕΠΥ και να συνταγογραφηθούν σε περιπτώσεις όπου δεν ενδείκνυται η χρήση διεγερτικών. Μπορούν επίσης να χορηγηθούν σε συνδυασμό με διεγερτικά, εάν ένας ασθενής πάσχει και από άλλη πάθηση, όπως κάποια αγχώδη διαταραχή.

Όπως όλα τα συνταγογραφούμενα φάρμακα, η χρήση των φαρμάκων για τη ΔΕΠΥ πρέπει να γίνεται υπό την επίβλεψη γιατρού.
 

Θεραπεία και παρεμβάσεις

Ορισμένες θεραπείες μπορεί να συμβάλουν στην αντιμετώπιση της ΔΕΠΥ σε παιδιά, νέους και ενήλικες.

  • Συμπεριφορική θεραπεία: Μπορεί να βοηθήσει έναν ασθενή να διαχειρίζεται τη συμπεριφορά του. Οι θεραπευτές μπορούν να διδάξουν στα παιδιά κοινωνικές δεξιότητες και πώς να ανταποκρίνονται καταλλήλως στους άλλους ανθρώπους. Οι συμπεριφορικοί θεραπευτές μπορούν επίσης να παρέχουν υποστήριξη σε φροντιστές και εκπαιδευτικούς παιδιών που πάσχουν από ΔΕΠΥ.
  • Γνωστική συμπεριφορική θεραπεία (ΓΣΘ – CBT): Μπορεί συμβάλλει στην ενσυνειδητότητα, δηλαδή στην κατάσταση επίγνωσης και αποδοχής των σκέψεων και των συναισθημάτων. Αυτό μπορεί να βελτιώσει την ικανότητα προσήλωσης και συγκέντρωσης, καθώς και να μειώσει την παρόρμηση για λήψη απερίσκεπτων ενεργειών ή τη λήψη περιττών ρίσκων.
  • Οικογενειακή θεραπεία / δεξιότητες ανατροφής παιδιών: Όταν τα μέλη της οικογένειας μαθαίνουν αυτές τις δεξιότητες, μπορούν να βρίσκουν καλύτερους τρόπους διαχείρισης των συμπεριφορών που προκαλούν διατάραξη και να προάγουν τις θετικές αλλαγές.
  • Ομάδες υποστήριξης: Μπορούν να βοηθήσουν γονείς και οικογένειες να έρχονται σε επαφή με άλλους ανθρώπους που αντιμετωπίζουν παρόμοια προβλήματα και ανησυχίες.
 

Διατροφή

Οι άνθρωποι που πάσχουν από ΔΕΠΥ πρέπει να προσπαθήσουν να ακολουθούν μια φυσιολογική, υγιεινή και ισορροπημένη διατροφή.

Μερικοί άνθρωποι που πάσχουν από ΔΕΠΥ διαπιστώνουν ότι τα συμπτώματά τους φαίνεται να επιδεινώνονται μετά την κατανάλωση ορισμένων τύπων τροφίμων ή ποτών, ειδικά εκείνων που περιέχουν πρόσθετα συστατικά ή καφεΐνη. Σε αυτή την περίπτωση, προτείνεται να διατηρείται ένα ημερολόγιο φαγητού, ποτού και συμπεριφοράς, και να γίνονται σχετικές συζητήσεις με τον γιατρό. Εκείνος, με τη σειρά του, μπορεί να κάνει παραπομπή του ασθενή σε διατροφολόγο ή διαιτολόγο.

 

Άσκηση

Τα παιδιά που πάσχουν από ΔΕΠΥ θα πρέπει να λαμβάνουν στήριξη, ώστε να απολαμβάνουν δραστηριότητες όπως οι περίπατοι, το παιχνίδι στον κήπο ή η συμμετοχή σε ομαδικά αθλήματα. Εκτός από το ότι έτσι προάγεται η σωματική τους υγεία, με την τακτική άσκηση κατά τη διάρκεια της ημέρας τα παιδιά θα είναι επαρκώς κουρασμένα όταν έρθει η ώρα για ύπνο.

Για να μπορούν τα παιδιά να ηρεμήσουν πριν από τον ύπνο, το βράδυ πρέπει να ασχολούνται μόνο με ήρεμες δραστηριότητες, οι οποίες δεν τα υπερδιεγείρουν.

Πρόληψη

Αν και η ΔΕΠΥ δεν είναι δυνατόν να αποφευχθεί, υπάρχουν τρόποι να μειωθούν οι επιπτώσεις των συμπτωμάτων της. Για παράδειγμα, οι γονείς και οι φροντιστές παιδιών με ΔΕΠΥ μπορούν:

  • Να ορίζουν σαφή όρια και αναμενόμενες συμπεριφορές.
  • Να τηρούν σταθερό πρόγραμμα κατά την ημέρα, αλλά και όταν πλησιάζει η ώρα του ύπνου.
  • Να επιβραβεύουν το παιδί όταν επιδεικνύει θετικές συμπεριφορές και ακολουθεί οδηγίες (πρέπει να είναι απλές και εύκολα εφαρμόσιμες).
  • Να χρησιμοποιούν αυτοκόλλητα σε ένα γράφημα, ώστε να δείχνουν στο παιδί πότε επιδεικνύει θετικές συμπεριφορές. Ύστερα από μια εβδομάδα καταγραφής της θετικής συμπεριφοράς με αυτό το σύστημα, το παιδί μπορεί να κερδίζει μια ανταμοιβή.
  • Να γνωρίζουν τις συμπεριφορές του παιδιού και να παρεμβαίνουν σε καταστάσεις όπου εκνευρίζεται. Για παράδειγμα, μπορεί να χρειάζεται περιορισμός χρόνου παιχνιδιού με φίλους, αν αυτό του προκαλεί υπερδιέγερση.
  • Να μιλούν για το παιδί τους με άλλους φροντιστές, για παράδειγμα δασκάλους, ώστε να διασφαλίζουν ότι του παρέχεται οποιαδήποτε επιπλέον υποστήριξη χρειάζεται.

Οι ενήλικες που πάσχουν από ΔΕΠΥ μπορούν επίσης να χρησιμοποιήσουν διάφορες τεχνικές για τη διαχείριση των συμπτωμάτων τους:

  • Να παραμένουν σωματικά δραστήριοι και να ασκούνται τακτικά.
  • Να εξασφαλίζουν χρόνο για χαλάρωση.
  • Να δημιουργούν λίστες και να χρησιμοποιούν ένα ημερολόγιο για να οργανώνουν το πρόγραμμά τους.

Επιστημονικές μελέτες

Βρίσκεται σε εξέλιξη επιστημονική έρευνα για τους πιθανούς κινδύνους εκδήλωσης ΔΕΠΥ. Η προηγμένη τεχνολογία απεικόνισης έχει εντοπίσει δομικές και λειτουργικές διαφορές στον εγκέφαλο ανθρώπων που πάσχουν και εκείνων που δεν πάσχουν από ΔΕΠΥ. Τα υποκείμενα ανατομικά και λειτουργικά μετρήσιμα χαρακτηριστικά του εγκεφάλου, καθώς και οι γενετικοί παράγοντες, αποτελούν βασικό επίκεντρο της νευροψυχιατρικής έρευνας.

Πρόσφατες μελέτες υποστηρίζουν ότι ο άξονας εντέρου-εγκεφάλου και το εντερικό μικροβίωμα διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του κινδύνου εκδήλωσης ΔΕΠΥ. Θεωρείται ότι οι βασικοί βιολογικοί μηχανισμοί που εμπλέκονται στον άξονα εντέρου-εγκεφάλου μπορούν να αυξήσουν τον κίνδυνο εμφάνισης ΔΕΠΥ.

Επίσης, βρίσκονται σε εξέλιξη έργα που βοηθούν τους επαγγελματίες υγείας να αποφασίζουν ποιοι είναι οι καλύτεροι τρόποι θεραπείας για τους πάσχοντες. Ολοκληρώθηκε μια ανασκόπηση μελετών σχετικά με την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια του όλο και αυξανόμενου αριθμού διαθέσιμων θεραπειών, συμπεριλαμβανομένων φαρμακολογικών και διαιτητικών παρεμβάσεων.

 

Παραπομπές

  1.  Katzman MA, Bilkey TS, Chokka PR, Fallu A, Klassen LJ. Adult ADHD and comorbid disorders: clinical implications of a dimensional approach. BMC Psychiatry. 2017;17(1):302. doi:10.1186/s12888-017-1463-3
  2.  D’Agati E, Curatolo P, Mazzone L. Comorbidity between ADHD and anxiety disorders across the lifespan. Int J Psychiatry Clin Pract. 2019;23(4):238-244. doi:10.1080/13651501.2019.1628277
  3.  Germanò E, Gagliano A, Curatolo P. Comorbidity of ADHD and dyslexia. Dev Neuropsychol. 2010;35(5):475-493. doi:10.1080/87565641.2010.494748
  4.  Polanczyk G, de Lima MS, Horta BL, Biederman J, Rohde LA. The worldwide prevalence of ADH: a systematic review and metaregression analysis. Am J Psychiatry. 2007;164(6):942-948. doi:10.1176/ajp.2007.164.6.942
  5.  Thomas R, Sanders S, Doust J, Beller E, Glasziou P. Prevalence of attention-deficit/hyperactivity disorder: a systematic review and meta-analysis. Pediatrics. 2015;135(4):e994-e1001. doi:10.1542/peds.2014-3482
  6.  Fayyad J, de Graaf R, Kessler R et al. Cross-national prevalence and correlates of adult attention-deficit hyperactivity disorder. Br J Psychiatry. 2007;190(5):402-409. doi:10.1192/bjp.bp.106.034389
  7.  Kessler RC, Green JG, Adler LA et al. Structure and diagnosis of adult attention-deficit/hyperactivity disorder: analysis of expanded symptom criteria from the Adult ADHD Clinical Diagnostic Scale. Arch Gen Psychiatry. 2010;67(11):1168-1178. doi:10.1001/archgenpsychiatry.2010.146
  8.  Weibel S, Menard O, Ionita A et al. Practical considerations for the evaluation and management of attention deficit hyperactivity disorder (ADHD) in adults. Encephale. 2020;46(1):30-40. doi:10.1016/j.encep.2019.06.005
  9.  Faraone SV, Asherson P, Banaschewski T et al. Attention-deficit/hyperactivity disorder. Nat Rev Dis Primers. 2015;1:15020. doi:10.1038/nrdp.2015.20
  10.  Jain R, Jain S, Montano CB. Addressing diagnosis and treatment gaps in adults with attention-deficit/hyperactivity disorder. Prim Care Companion CNS Disord. 2017;19(5):17nr02153. doi:10.4088/PCC.17nr02153
  11.  Friedman LA, Rapoport JL. Brain development in ADHD. Curr Opin Neurobiol. 2015;30:106-11. doi: 10.1016/j.conb.2014.11.007
  12.  Dam SA, Mostert JC, Szopinska-Tokov JW, Bloemendaal M, Amato M, Arias-Vasquez A. The role of the gut–brain axis in attention-deficit/hyperactivity disorder. Gastroenterol Clin North Am. 2019;48(3):407-431. doi:10.1016/j.gtc.2019.05.001
  13.  Caye A, Swanson JM, Coghill D, Rohde LA. Treatment strategies for ADHD: an evidence-based guide to select optimal treatment. Mol Psychiatry. 2019;24(3):390-408. doi:10.1038/s41380-018-0116-3
 
 

Με την τεχνική του η­λε­κτρο­ε­γκε­φα­λο­γρα­φή­μα­τος, με­τρά­με τις η­λε­κτρι­κές διεγέρσεις του ε­γκε­φά­λου α­πό την ε­πι­φά­νεια του κρα­νί­ου, οι ο­ποί­ες κα­τη­γο­ριο­ποιού­νται στους τέσ­σε­ρις βασι­κούς τύ­πους ε­γκε­φα­λι­κών κυ­μά­των της κλα­σι­κής νευροφυ­σιο­λο­γί­ας.

Γράφει ο Δημήτρης Κατραντσιώτης, Ερευνητής Εφαρμογών Μουσικής Τεχνολογίας – Συνθέτης

Με την τεχνική του η­λε­κτρο­ε­γκε­φα­λο­γρα­φή­μα­τος, με­τρά­με τις η­λε­κτρι­κές διεγέρσεις του ε­γκε­φά­λου α­πό την ε­πι­φά­νεια του κρα­νί­ου, οι ο­ποί­ες κα­τη­γο­ριο­ποιού­νται στους τέσ­σε­ρις βα­σι­κούς τύ­πους ε­γκε­φα­λι­κών κυ­μά­των της κλα­σι­κής νευ­ρο-φυ­σιο­λο­γί­ας.

Τα Beta (30Hz-14Hz) για αυ­ξη­μέ­νη συ­γκέ­ντρω­ση και ε­πα­γρύ­πνη­ση, τα Alpha (14Hz-8Hz) για πε­ρι­συλ­λο­γή και χα­λα­ρή ε­πα­γρύ­πνη­ση, τα Theta (8Hz-4Hz) για βαθιά χαλά­ρω­ση και τα Delta (4Hz-0,5Hz) για βα­θύ ύ­πνο.

Ο πρώ­τος τύ­πος ε­γκε­φα­λι­κών κυ­μά­των Beta, συ­να­ντά­ται ό­ταν ο ε­γκέ­φα­λος συμ­με­τέ­χει ε­νερ­γά στις δια­νο­η­τι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες. Τα κύ­μα­τα αυ­τά εί­ναι σχε­τι­κά χα­μη­λού εύ­ρους και α­πό τα γρη­γο­ρό­τε­ρα των τεσ­σά­ρων ε­γκε­φα­λι­κών κυ­μά­των.

 Ο δεύ­τε­ρος τύ­πος ε­γκε­φα­λι­κών κυ­μά­των Alpha, εί­ναι αυ­τός της χα­λα­ρής ε­πα­γρύ­πνη­σης και πε­ρι­συλ­λο­γής. Θα μπο­ρούσα­­με να πού­με ό­τι αν τα Beta α­ντι­προ­σω­πεύ­ουν τη διέ­γερ­ση-ε­γρή­γορ­ση, τα Alpha α­ντι­προ­σω­πεύ­ουν τη χα­λά­ρω­ση.

Έ­να ά­το­μο που έ­χει ο­λο­κλη­ρώ­σει μια υ­πο­χρέ­ω­ση και κά­θε­ται να χα­λα­ρώ­σει ή κά­νει διά­λειμ­μα α­πό την ερ­γα­σί­α του, μπο­ρού­με να πού­με ό­τι βρί­σκε­ται σε κα­τά­στα­ση Alpha. Ό­πως ε­πί­σης και έ­να ά­το­μο που κα­τά το διά­λειμ­μα μί­ας σύ­σκε­ψης περ­πα­τά στον κή­πο σε χα­λα­ρή κα­τά­στα­ση, βρί­σκε­ται ε­πί­σης σε Alpha κα­τά­στα­ση.

Ο τρί­τος τύ­πος των ε­γκε­φα­λι­κών κυ­μά­των Theta, εί­ναι αυ­τός της βα­θιάς χα­λά­ρω­σης. Συ­να­ντάται συ­νή­θως σε ά­το­μα που έ­χουν ­φύ­γει α­πό το στό­χο τους και αρ­χί­ζουν την ο­νει­ρο­πό­λη­ση, κα­θώς και στις προ­σω­πι­κές μας κα­θη­με­ρι­νές α­σχο­λί­ες οι ο­ποί­ες έ­χουν μί­α ε­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νη ρο­ή που μας προ­κα­λεί χα­λά­ρω­ση: Όταν σι­δε­ρώ­νου­με, στε­γνώ­νου­με τα μαλ­λιά μας, ξυ­ρι­ζό­μα­στε, βουρ­τσί­ζου­με τα δό­ντια μας και κά­νου­με μπά­νιο.

Εί­ναι η κα­τά­στα­ση ό­που μπο­ρού­με να σκε­φτού­με κα­λές ι­δέ­ες, κα­θώς οι στό­χοι μας γί­νο­νται τό­σο αυ­τό­μα­τοι ώ­στε ο ε­γκέ­φα­λός μας τους α­πο­συν­δέ­ει δια­νο­η­τι­κά. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της εί­ναι η πο­λύ θε­τι­κή κα­τά­στα­ση του ε­γκε­φά­λου, και η υ­ψη­λή δε­κτι­κό­τητα.

Ο τέ­ταρ­τος τύ­πος ε­γκε­φα­λι­κών κυ­μά­των Delta, εί­ναι αυ­τός του βαθύ ύπνου. Έχει το κα­τώ­τα­το ό­ριο συ­χνο­τή­των, κα­θώς δεν μπο­ρούν να πά­ρουν μη­δε­νι­κή τι­μή, για­τί τό­τε ο ε­γκέ­φα­λός θα ή­ταν κλι­νι­κά νε­κρός.

 
Ο βα­θύς ύ­πνος ό­μως μπο­ρεί να μας φέ­ρει σε αυ­τά τα χα­μη­λό­τε­ρα ε­πί­πε­δα των Delta κυ­μά­των. Ό­ταν δια­βά­ζου­με ξα­πλω­μέ­νοι στο κρε­βά­τι λί­γο πριν τον ύ­πνο, τό­τε συ­νή­θως βρι­σκό­μα­στε στην κα­τά­στα­ση Low Beta, η ο­ποί­α με το κλεί­σι­μο του βι­βλί­ου, του φω­τός και των μα­τιών μας, θα κα­τε­βεί, στην Alpha, κα­τό­πιν στην Theta, για να πέ­σου­με κοι­μι­σμέ­νοι στην κα­τά­στα­ση Delta.

Φυ­σι­κά, η α­ντί­στρο­φη διαδικασία συμ­βαί­νει όταν αρ­χί­ζου­με σι­γά-σι­γά να ξυ­πνά­με α­πό τον βα­θύ ύ­πνο, περ­νώ­ντας δια­δο­χι­κά τα α­ντί­στοι­χα στά­δια του ξυ­πνή­μα­τος.

Οι τι­μές των συ­χνο­τή­των ποι­κίλ­λουν α­πό άν­θρω­πο σε άν­θρω­πο έ­χο­ντας σχε­τι­κά μι­κρές α­πο­κλί­σεις με­τα­ξύ τους. Εάν ο ε­γκέ­φα­λός μας δεν εί­ναι ε­ξα­σκη­μέ­νος στο να συντονίζεται εύκολα με αυ­τές τις συ­χνό­τη­τες, η με­τά­βα­σή μας στις διά­φο­ρες κα­τα­στά­σεις δεν θα εί­ναι και τό­σο εύκολη.

Κα­τά συ­νέ­πεια, τα α­πο­τε­λέ­σμα­τα μιας συ­νό­δου μπο­ρεί να μην γί­νουν ά­με­σα α­ντι­λη­πτά, αλ­λά να ε­πι­δρά­σουν αρ­γό­τε­ρα, ακό­μη και χωρίς να εί­ναι πα­ρόν το ερέθισμα. Αυ­τό διορ­θώ­νε­ται με τον και­ρό, μέ­σα α­πό την εξά­σκη­ση και την ε­μπει­ρί­α μας σε αυ­τές τις καταστάσεις, πα­ρέ­χο­ντάς μας ευερ­γε­τι­κά α­πο­τε­λέ­σμα­τα μέσα α­πό πλήθος ε­φαρ­μο­γών τους.

Η ποι­κι­λία των συ­χνο­τή­των που συ­να­ντού­με στους βα­σι­κούς τύ­πους των ε­γκε­φα­λι­κών κυ­μά­των, σε συν­δυα­σμό με μί­α πο­λυδιά­στα­τη προ­σέγ­γι­ση της κοι­νω­νι­κο-ψυ­χο­λο­γι­κής βελ­τί­ω­σης και εκ­παί­δευ­σης, α­πο­σκο­πούν στη χα­λά­ρω­ση, πε­ρι­συλ­λο­γή, ε­νί­σχυση της δη­μιουρ­γι­κό­τη­τας, α­νά­πτυ­ξη της διαί­σθη­σης, την ε­μπλου­τι­σμέ­νη εκ­μάθη­ση, τη βελ­τί­ω­ση του ύ­πνου, την ε­λευ­θε­ρί­α του πνεύ­μα­τος και την προ­σω­πι­κή ε­ξε­ρεύ­νη­ση των κα­τα­στά­σε­ων τoυ συνειδητού.

 
 
 
 
 
 
 
 
Remaining Time-0:00
Fullscreen
Mute

Σε κα­τά­στα­ση Beta βρί­σκε­ται συ­νή­θως έ­να έ­ντο­να δε­σμευ­μέ­νο μυαλό, ένα ά­το­μο ε­νερ­γό σε συ­νο­μι­λί­α ή έ­νας δά­σκα­λος. Ε­πί­σης, έ­νας δη­μα­γω­γός θα μπο­ρού­σε να βρίσκε­ται σε High Beta κα­τά­στα­ση. Σε α­κραί­ες πε­ρι­πτώσεις χα­ρα­κτη­ρί­ζουν την α­νη­συ­χί­α και τον ξαφ­νι­κό φό­βο.

 
 

Το βιβλίο του Γάλλου παιδιάτρου Αλντό Ναουρί «Εκπαιδεύοντας τα παιδιά – Όρια στην παιδική παντοδυναμία«, μπορεί να κυκλοφόρησε το 2012, όμως παραμένει ένα από τα πλέον ευπώλητα, παρά τις… αιρετικές του θέσεις. Όπως χαρακτηριστικά θα διαβάσετε στο οπισθόφυλλο του βιβλίου:

[Ο Ναουρί] προτρέπει τις μαμάδες να πάψουν να «ασκούν γοητεία» στα παιδιά τους, τους μπαμπάδες να μην αρκούνται στο ρόλο του παρατηρητή, και τους δύο γονείς να δώσουν έμφαση στη μεταξύ τους σχέση. Στηλιτεύει τη «γλυκερή ψευδοστοργή» των σημερινών γονιών, που δεν διαπαιδαγωγεί αλλά συντηρεί την αίσθηση της παιδικής παντοδυναμίας υπονομεύοντας το μέλλον.

Στη σύγχρονη επιταγή «Μπορείς και δικαιούσαι να τα έχεις όλα» ο Αλντό Ναουρί αντιτάσσει: «Δεν μπορείς να τα έχεις όλα, αλλά μπορείς να παλέψεις για να έχεις όσο το δυνατόν περισσότερα». Στα συνεχή «ναι» των γονιών που διαλύουν τον ατομικό ψυχισμό και τον κοινωνικό ιστό αντιπαραβάλλει ένα «όχι» που καταφάσκει στη ζωή!

Με αφορμή το εν λόγω βιβλίο, ο Ναουρί μίλησε εκείνη την εποχή στο περιοδικό “Le Point” και αυτά που είπε θα σας κάνουν σε μεγάλο βαθμό να σκεφτείτε το πώς μεγαλώνετε τα παιδιά σας…

Le Point: Τα παιδιά μας πηγαίνουν τόσο άσχημα;
Aldo Naouri: Πιστεύω ναι. Στα 40 χρόνια που εξασκώ το επάγγελμα μου, βλέπω πόσο τα πράγματα έχουν αλλάξει. Η φυσική τους υγεία έχει βελτιωθεί αισθητά, αλλά παρουσιάζουν εδώ και 10 ή 15 χρόνια, προβλήματα συμπεριφοράς και αναπτύξεως άγνωστα παλαιότερα.

Le Point: Παραδείγματος χάριν;
Aldo Naouri: Παρουσιάζουν δυσκολίες σχετικές με την καθυστέρηση της εκμάθησης της γλώσσας, σχολικά προβλήματα, προβλήματα υπερκινητικότητας. Η απόδειξη; Η απίστευτη ανάπτυξη των επαγγελμάτων όπως αυτά που σκοπεύουν σε «αποκατάσταση» και αναφέρονται στην ψυχομετρία ή την ορθοφωνία.

Le Point: Κατά την γνώμη σας, προτού οι γονείς καταφύγουν στον ψυχολόγο, πρέπει να εκπληρώσουν τον καθοδηγητικό τους ρόλο καθόλη την διάρκεια της παιδικής ηλικίας. Όμως δεν το κάνουν, γιατί;

Aldo Naouri: Στο βάθος αυτής της «αδυναμίας της καθοδήγησης», υπάρχουν δύο βασικά γεγονότα. Το πρώτο είναι ο έλεγχος από το 1975 των γεννήσεων με την αντισύλληψη. Προφανώς με χαροποιεί. Αλλά αλλάζει τα πάντα. Το μωρό δεν είναι πλέον ένα αθέλητο αποτέλεσμα της σεξουαλικής πράξεως, αλλά το αποτέλεσμα της θελήσεως και των δύο, τοποθετούμενο επομένως στην κορυφή του οικογενειακού οικοδομήματος.

Το δεύτερο είναι το πέρασμα την ίδια περίοδο από μια κοινωνία της στερήσεως σε μια κοινωνία της αφθονίας. Προφανώς και αυτό με ικανοποιεί. Όμως σε μια κοινωνία της στερήσεως όπως εκείνη που γνωρίσαμε πριν από το 70, το ενδόμυχο μήνυμα που υπήρχε στην εκπαίδευση ήταν: «Δεν μπορείς να τα έχεις όλα». Παρείχετο μια κατάσταση που το λιγότερο που μπορούσε να χαρακτηριστεί ήταν αυτή της διάψευσης (ματαίωσης), αυτή που οι ψυχαναλυτές ονομάζουν έλλειψη και που είναι κατά την γνώμη μου ουσιαστική στην εκπαίδευση ενός παιδιού από την ποιο μικρή ηλικία. Σήμερα το μήνυμα της καταναλωτικής κοινωνίας, επομένως και των ίδιων των γονέων είναι «Όχι μόνο μπορείς να τα έχεις όλα, αλλά όπως και εμείς, έχεις δικαίωμα σε όλα».

Le Point: Υπαινίσσεστε ότι είναι οι μεσαίες τάξεις που πρέπει να αναλάβουν την καθοδήγηση των παιδιών τους.

Aldo Naouri: Απόλυτα. Γιατί αυτές ήταν που ωφελήθηκαν από την αύξηση του πλούτου. Πως να αναθρέψουν τα παιδιά τους μέσα σε μια αφθονία που είναι τόσο νέα; Με κίνδυνο να σοκάρω, σκέπτομαι πως οι ανώτερες τάξεις της κοινωνίας που είχαν αυτή την κληρονομιά και δεν γνώρισαν τον βάρβαρο πλουτισμό, πορεύονται καλλίτερα, γιατί συνεχίζουν να έχουν την διάψευση στην εκπαίδευση, είτε ευχαριστεί είτε όχι τα παιδιά.

 

Le Point: Η θεωρία σας εφαρμόζεται ίσως στις καλές συνοικίες, αλλά το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας σήμερα αποκλείεται από την αφθονία. Τα παιδιά των δύσκολων συνοικιών είναι απογοητευμένα και δεν πάνε καλά.

Aldo Naouri: Προέρχομαι και εγώ από την μιζέρια, από την οποία κατάφερα να βγω και δεν είμαι ο μόνος από την γενιά μου. Μεγάλωσα όμως σε μια εποχή όπου το μήνυμα της ήταν: «Δεν μπορείς να τα έχεις όλα, αλλά μπορείς να αγωνισθείς για να έχεις όσο το δυνατόν περισσότερα». Αυτό που είναι φοβερό, είναι να μεγαλώνεις στη στέρηση και η κοινωνία να σε κάνει να πιστεύεις ότι έχεις δικαίωμα για τα πάντα. Είναι κάτι που μπορεί να σε τρελάνει.

Le Point: Γιατί τόσοι πολλοί γονείς παραπονιούνται, ότι δεν μπορούν να έχουν καθοδηγητικό ρόλο;

Aldo Naouri: Αυτό που θεμελιώνει την καθοδηγητικότητα δεν είναι ο θυμός, δεν είναι τα χαστούκια ή το ξύλο τα οποία καταδικάζω, είναι η ιεραρχία μέσα στην οικογένεια και προπάντων η αίσθηση ότι υπάρχει. Όταν δεν υπάρχει η ελάχιστη αμφιβολία πάνω στο δικαίωμα του καθοδηγείν, όταν δεν χρησιμοποιούμε μεθόδους δελεασμού, τότε ο ρόλος του καθοδηγητή λειτουργεί. Πολλοί γονείς εμπλέκονται σε διαπραγματεύσεις, σε παζάρια με τα παιδιά τους. Όμως διαπραγματευόμαστε με ένα άτομο ίσο με εμάς!

Le Point: Αυτό το άτομο δεν είναι ένα παιδί;

Aldo Naouri: Ένα μικρό παιδί είναι μια προσωπικότητα άξια σεβασμού. Αλλά όχι δεν είναι ακόμη ένας ισότιμος συνομιλητής.

Le Point: Μα δεν είναι δικό σας λάθος, των παιδιάτρων, των ψυχολόγων και των υπολοίπων ειδικών για τα παιδιά, που οι γονείς δεν αισθάνονται ως καθοδηγητές; Τα βιβλία και οι μεγάλες θεωρίες που γνωρίζετε και που εξασκείτε, δεν αποδεικνύουν ότι εσείς είστε που έχετε αποστερήσει αυτό τον ρόλο;

Aldo Naouri: Απόλυτα! Μα μην με βάζετε και μένα μέσα. Όλο μου το έργο, εδώ και τριάντα χρόνια, αποτελείται ακριβώς από την προσπάθεια να πείσει τους γονείς να επανεύρουν την θέση τους και να ανακτήσουν την εμπιστοσύνη στους εαυτούς τους. Είχα πει στην Françoise Dolto*: «Λόγω των απόψεών σας οι γονείς έχουν μουγγαθεί, γι’αυτό τους συμβουλεύω να μην σας ακούν!». Είχε ένα τέτοιο ταλέντο ώστε καθιστούσε τους γονείς παράλυτους. Προτιμώ τους γονείς που κάνουν λάθη, αλλά αναλαμβάνουν τις ευθύνες τους και τα δικαιώματά τους αυτοί «υψηλά ιστάμενοι» και τα παιδιά «χαμηλά», παρά αυτούς που καταφεύγουν στις συνταγές των ψυχιάτρων.

Le Point: Ισχυρίζεστε, εσείς ο φανατικός της ψυχαναλύσεως ότι η θέση που έχει πάρει το υποσυνείδητο μέσα στην κοινωνία μας είναι εμπόδιο στην εκπαίδευση!

Aldo Naouri: Μα η εκπαίδευση δεν είναι διαδικασία θεραπευτική! Είναι μια δέσμευση των ορμών! Η λέξη η οποία μπορεί να κάνει την μεγαλύτερη ζημιά μέσα στις οικογένειες είναι η λέξη «τραυματικός». Φοβόμαστε μήπως την υποστούν τα παιδιά και έτσι υφίστανται πολύ καλά την απογοήτευση, τους εμποδίζουν να μεγαλώσουν…Είναι όπως όταν έρχονται στον παιδίατρο με τα οκτάχρονα παιδιά τους, μαζί με ένα μπιμπερό ή με μια πιπίλα στο στόμα, γιατί ο γονιός δεν ξέρει πώς να το αποτρέψει χωρίς να το «τραυματίσει». Αρκεί να τους το πάρει!

Le Point: Χρησιμοποιείτε λέξεις πολύ σκληρές για τους γονείς, μα είναι προπάντων οι μητέρες που ως συνήθως μέσα στα γραπτά σας, κατηγορούνται για όλα τα κακά. Θα έλεγε κανείς ότι μετά από 40 χρόνια συναναστροφή στο ιατρείο σας, δεν μπορείτε ούτε να τις βλέπετε!

Aldo Naouri: Αντιθέτως, συμπάσχω με την μοίρα τους και θέλω να τις βοηθήσω! Τις έχουν κάτω από μια μεγάλη πίεση αυτή της μητρότητας και εκείνη του επαγγέλματος, που για να κρατηθούν έχουν βρει ένα τρόπο απλό να επιμελούνται του ναρκισσισμού τους: να αγαπιούνται από τα μικρά παιδιά τους ευχαριστώντας τα σε όλα, τιθέμενες καθολοκληρίαν στην διάθεσή τους. Πρόκειται για καταστροφή!

Le Point: Όμως οι σημερινές γυναίκες εργάζονται, επενδύουν έξω από τα παιδιά τους. Πώς μπορούν να τεθούν στην διάθεσή τους;

Aldo Naouri: Προσπαθώντας να ανακτήσουν κάθε βράδυ σε μιάμιση ώρα τις δέκα ώρες της απουσίας τους! Τι λάθος! Προσπαθώ να τις πείσω ότι η παρουσία τους δεν έχει την σημασία που της δίνουν και πως τα μωρά τους, πέντε λεπτά αφότου τις βρήκαν, είναι σαν να τις είχαν όλη την ημέρα. Δεν χρειάζεται κάτι να «ανακτήσουν».

Le Point: Αισθάνεται κανείς την εμπάθεια σας για τους πατεράδες… Είναι λίγο έντονο, μόλις εξήλθαμε από την πατριαρχική κοινωνία, μόλις που άντρας και γυναίκα βιώνουν την ισότητα και παραπονιέστε για τους φτωχούς πατεράδες.

Aldo Naouri: Παραδέχομαι την εμπάθεια. Αλλά ο πατέρας και η μητέρα δεν είναι ίσοι. Οι ενδομήτριες σχέσεις αφήνουν ίχνη ανεξίτηλα στα παιδιά, που γνωρίζουν αμέσως ποια είναι η μητέρα τους από την οποία δεν μπορούν να «απαλαγούν», ενώ ο πατέρας για ένα μωρό είναι ένας ξένος. Η μητέρα οφείλει να επενδύσει στο λόγο της και η κοινωνία να την στηρίξει στην αρμόζουσα θέση της, η οποία δεν είναι ανταλλάξιμη με αυτή της άφωνης μαμάς. Κάνουμε το αντίθετο και όλος ο κόσμος χάνει. Θυμόσαστε την αναφορά του δικαστή Bruel πάνω στην βία στα περίχωρα το 1998. Η διάγνωση ήταν χωρίς
αμφιβολία: έλλειψη του πατέρα!

Le Point: Όμως οι πατεράδες του σήμερα είναι περισσότερο παρόντες, επενδύουν πολύ περισσότερα στα παιδιά τους.

Aldo Naouri: Είναι θαυμάσιο, αλλά για μια φορά ακόμα, αν δεν επενδύσουν και δεν αναγνωρισθούν στον ρόλο τους από την φωνή της μητέρας και ολόκληρη την κοινωνία, αν θεωρούνται σαν δεύτερες μητέρες, δεν υπάρχει τίποτα να προσθέσουν στην εκπαίδευση του παιδιού. Ένας πατέρας μπορεί να είναι συνέχεια παρών και να μην έχει καθόλου λόγο. Έτσι το βλέπω! Δεν πρόκειται για την εισαγωγή μιας άδειας πατρότητος των δέκα πέντε ημερών με την οποία θα επαναφέρει την θέση του. Είναι ενθαρρυντικό η κοινωνία και οι μητέρες να δεχτούν, ότι ο πατέρας παίζει σπουδαίο διαλεκτικό ρόλο στην εκπαίδευση: ελκύστε τη μητέρα προς την θηλυκότητά της και θρυμματίστε την σχέση μητέρας παιδιού.

Le Point: Αν αυτή η «ανεπάρκεια στην εκπαίδευση» διαιωνίζεται, σε τι κίνδυνους εισέρχεται η κοινωνία;

Aldo Naouri: Ένα άτομο του οποίου η παιδική παντοδυναμία δεν έχει σταματήσει από την συνεχή εκπαίδευση, στην ώριμη ηλικία θα ζει στην αγωνία, στην φιλαυτία και στη μονομανία. Τους αναγνωρίζω αμέσως αυτούς τους ενήλικες! Αν οι γονείς δεν επαναεπενδύσουν στο ρόλο τους, η κοινωνία μας κινδυνεύει με ρήξη στο κοινωνικό ιστό, ο οποίος είναι ήδη παρόν. Κινδυνεύει να μείνει ακυβέρνητη.

 

Logo Footer 1

Προσπαθούμε να παρέχουμε ένα σύνολο διαγνωστικών και θεραπευτικών υπηρεσιών που μπορούν να καλύψουν κάθε ανάγκη. Αντιμετοπίζοντας το κάθε περιστατικό ως μοναδικό.

© 2021 Λογοθεραπεία Χαλκίδα. All Rights Reserved. 

Κατασκευή & Υποστήριξη Creative Agency